Καλώς ήρθατε στο νέο μας χώρο!
Που θα περιλαμβάνει αγαπημένες μουσικές, σαν κι αυτές που ακούγαμε στα νιάτα μας. Εκείνες τις μουσικές που γαλούχησαν τις προσωπικότητές μας και εδραίωσαν τους χαρακτήρες μας. Αυτές που από παιδιά μας έκαναν εφήβους κι ορισμένους μας έκαναν άντρες. Όσες μας βοήθησαν να αντιστεκόμαστε στις δυσκολίες και να μην λιποψυχούμε. Για τις μουσικές μας λοιπόν...
Καλή αρχή να έχουμε!

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

An Endless Wondering… The Peter Gabriel Years


An endless wondering

Αν κάνεις απόπειρα επεξηγηματικής ενασχόλησης με κάτι, που ορθώνεται μεγαλειωδώς στη μουσική πανδαισία, βρίσκεσαι ανάμεσα στον ενθουσιασμό και τη φοβία για την ορθή ολοκλήρωση του εγχειρήματός σου. Ειδικότερα, αν αυτό διαπραγματεύεται την πιο μεταβατική μουσική περίοδο του 2ου μισού του 20ου αιώνα. Mid 60’s έως mid 70’s.
Η μεταπολεμική τέφρα έχει δώσει για τα καλά τη θέση της στη γόνιμη δημιουργία, πλαισιωμένη από αχαλίνωτα όνειρα και ελπίδα για ένα νέο κόσμο ειρήνης και ευημερίας. Η μουσική βιομηχανία καλπάζει, αφού έχει σύμμαχο μία αφηνιασμένη μουσική ολότητα στη σύνθεση, την ψυχεδέλεια και τον πειραματισμό. Το Ηνωμένο Βασίλειο (εκπροσωπούμενο κυρίως από την Αγγλία και τη Σκωτία) κυοφορεί τη σύγχρονη μουσική πραγματικότητα και γεννά μία πληθώρα μουσικών σχημάτων και καλλιτεχνών, οι οποίοι θα αποτελέσουν το προπύργιο της προοδευτικής μουσικής (progressive), ως ιδίωμα και ως τρόπο έκφρασης. Ειδικά, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας αυτής, γεννιούνται σχήματα που καινοτόμησαν όσο κανένας -μέχρι τότε- και γιγαντώθηκαν στο πέρασμα των χρόνων, αφήνοντας μνημειώδη παρακαταθήκη στη μουσική ιστορία.



Μεταφερόμαστε στο 1965 και το καταπράσινο Godalming της νότιας Αγγλίας, όπου δεσπόζει το πουριτανικό Charterhouse School, το οποίο εκκολάπτει μελλοντικούς πολιτικούς, νομικούς και εργοστασιάρχες. Μία παρέα φοιτητών και φίλων περνά τον ελεύθερο χρόνο της προβάροντας επιτυχίες μουσικών ινδαλμάτων της εποχής. Την αποτελούν ο Tony Banks (πλήκτρα, ακουστική κιθάρα, φωνητικά), ο οποίος έχει κλασσική μουσική παιδεία, ενώ δεν σηκώνει πολλά-πολλά σε μουσικές προτάσεις και ‘συμβουλές’’ πέραν των δικών του, ο Peter Gabriel (κύρια φωνητικά, φλάουτο, κρουστά), ήσυχος αλλά φιλόδοξος, πείθοντας τους υπόλοιπους ως main singer, αφού πρώτα ανεβεί σε ένα τραπέζι και ερμηνεύσει James Brown, με απόλυτη πιστότητα σε φωνή και κινήσεις, ο Mike Rutherford (μπάσο, ακουστική κιθάρα, φωνητικά), ο τυπικός Βρετανός ρέμπελος, που ήθελε ανέκαθεν να γίνει rock star και ο Anthony Philips (ηλεκτρική και ακουστική κιθάρα, φωνητικά), ο εν κοινή συναινέσει ‘αρχηγός της μπάντας’’, φιλήσυχος, σοβαρός και με στόφα επαγγελματία, μουσικός, ενώ κρατάει και το χαρακτήρα του βασικού συνθέτη. Τη μπάντα πλαισιώνει ως drummer o Chris Stewart. 


Ένα ηχογραφημένο τους 6-track demo πέφτει στα χέρια του Jonathan King, ο οποίος πείθει την μπάντα να μπει στο studio και να ηχογραφήσει επίσημα. Προτείνει το όνομα GENESIS και συνάμα υπογράφει με την μπάντα το πρώτο της επίσημο συμβόλαιο στην Decca Records.
Οι GENESIS ηχογραφούν το FROM GENESIS TO REVELATIONS (release: Μάρτιος ‘69). Το άλμπουμ χαρακτηρίζεται από συνθέσεις βασισμένες στο pop rockabilly των 60’s και ελέω Beatles και Rolling Stones αποτυγχάνει παταγωδώς. Οι πωλήσεις είναι τραγικές, η Decca Records δεν το συγχωρεί και λύνει ευθύς αμέσως το συμβόλαιο με τη μπάντα. Εν τω μεταξύ η στιγμή της αποφοίτησης από το Charterhouse έχει φτάσει και μαζί της πληθώρα αιτήσεων για δουλειά από εταιρείες, που δεν χάνουν τέτοια ‘κελεπούρια αποφοίτων’’.
Η κοινή συμφωνία για επαγγελματική πορεία ως μουσικοί, είναι η απάντηση. Η μπάντα αποσύρεται στο εξοχικό του πιστού φίλου της, Richard McPhail και περνάει ένα μακρύ, αβέβαιο χειμώνα, όπου προβάρει και ηχογραφεί ακατάπαυστα. Πενιχρά οικονομικά μέσα και ατελείωτα Live σε μικρά stage σκοτώνουν στο δρόμο την παλιά μπάντα’’ (Peter Gabriel) και όταν ο δαιμόνιος Tonny Stratton Smith, ένα βράδυ τον Μάρτιο του ’70, τους ακούει ζωντανά, υπογράφει αμέσως μαζί τους, συμβόλαιο με την Charisma Records.
Με τον John Mayhew (drums) στις τάξεις της, η μπάντα ηχογραφεί την άνοιξη του ’70 το δεύτερο άλμπουμ της, TRESPASS (release: Οκτώβριος ’70), με σαφώς αλλαγμένο τρόπο σύνθεσης των κομματιών. Οι GENESIS συστήνονται στην Progressive σκηνή με ένα άλμπουμ, που έχει την κύρια σφραγίδα, του Philips και του Rutherford


Στο τέλος των ηχογραφήσεων (Αύγουστος ’70) οι GENESIS  χάνουν το βασικό συνθέτη, εμπνευστή και αρχηγό της μπάντας, Anthony Philips. Ο ίδιος επικαλείται stage fright και αδυναμία αφιέρωσης στη μπάντα, ενώ οι υπόλοιποι αποφασίζουν την τελευταία στιγμή να μην ‘διαλύσουν’’ και να συνεχίσουν. Απολύουν τον Mayhew (λόγω ηλικίας και μη συμμετοχής στο songwriting) και προσλαμβάνουν τον Phil Collins (έμπειρος drummer, φοβερή φωνή και άπλετο χιούμορ), ύστερα από auditions στο σπίτι του Gabriel και τον Steve Hackett (σοβαρός, ταλαντούχος κιθαρίστας και περιπετειώδης μουσικός), ανεβαίνοντας επίπεδο σε τεχνική κατάρτιση και συνθετική ικανότητα. Καταλαβαίνουν ότι υστερούν στο stage image και ο Gabriel αναλαμβάνει δράση. Όμως, περνάει αρκετές μέρες στο νοσοκομείο, καθώς δεν υπολογίζει ότι στο πρώτο-ever stage diving, το κοινό θα ‘ανοίξει’’ και θα βρεθεί στο κενό. Η μπάντα περνάει πολλούς μήνες μαζί και δένεται με φιλία δυνατή. Με καινούριο Mellotron (εισήγηση του Hackett) και με καινούρια Les PaulHiwatt stack ενισχυτή (δώρο της μπάντας στον Steve), ηχογραφούν το 3ο άλμπουμ NURSERY CRYME (release: Νοέμβριος ’71), με πιο σκοτεινό ήχο, ανώτερες συνθέσεις και μεγαλύτερη επιτυχία στα charts. Η μπάντα ξεκινάει Ευρωπαϊκό tour και αλωνίζει σε Ιταλία και Βέλγιο, που έχει και τη μεγαλύτερη απήχηση. 


Περίοδος με άπειρες συνθετικές ιδέες ακολουθεί και η εναλλαγή studio ηχογράφησης και μεγάλου tour προώθησης, γίνεται τρόπος ζωής. Κανείς δεν χρειάζεται πλέον, καμία υπόδειξη σύνθεσης ή τρόπο έκφρασης. Ο μέχρι τότε παραγωγός της (Bob Potter), αφού θα εκφράσει τις ενστάσεις του για τη χρήση του Mellotron στο μνημειώδες intro του Watcher of the Skies, θα εκδιωχθεί κακήν κακώς από την μπάντα. Ο Hackett, ύστερα από μία ‘κρίση ταυτότητας και τάση φυγής’’ πείθεται να μείνει ως ‘απαραίτητο μέλος της μπάντας’’ και οι GENESIS ηχογραφούν το εξαιρετικό FOXTROT (release: Οκτώβριος ’72), σημείο αναφοράς στην ιστορία του progressive, με συνθέσεις μεστές, ώριμες και σαφή κατεύθυνση του ήχου, φέρνοντας την πολυπόθητη καταξίωση της μπάντας. Το κοινό δεν τους συγκρίνει πλέον με τους FLOYD, ούτε με τους ELP, ούτε με τους YES. Ο ίδιος ο Gabriel διηγείται ότι τη μεγαλύτερη ικανοποίηση έλαβε, όταν ‘ένας Chopin-style τυπάς, άκουσε το Suppers Ready και τους προσκάλεσε να το παίξουν στην εκκλησία του στην Νορμανδία, σε ένα μαγικό τοπίο’’. 


 Τα live πλέον είναι πάρα πολλά, τα κουστούμια και τα extreme make-ups του Gabriel -ως θεματολογία στα κομμάτια της μπάντας- εκπλήσσουν και ενθουσιάζουν και η εταιρεία επιβραβεύει την μπάντα με 3-μηνη παράταση για το επόμενο άλμπουμ. Η ‘mini ανομβρία σε ιδέες’’ (Banks) τελειώνει όταν ο Hackett παρουσιάζει στην πρόβα, το αρχικό riff του I Know What I Like (In Your Wardrobe), χαρίζοντας στη μπάντα το πρώτο ‘super-single ever’’, κομμάτι που ο Gabriel λάτρευε για τα κουπλέ του και μισούσε για το ρεφρέν του. Οι σαφείς επιρροές του Philips από Mahavishnu Orchestra, η χρησιμοποίηση των voice tapes στο Mellotron και του ARP Soloist Synth από τον Banks, η οργασμική συμμετοχή στη σύνθεση και τους στίχους από τον Gabriel και η αδιάκοπη συνεισφορά των Hackett-Rutherford, γεννούν το SELLING ENGLAND BY THE POUND (release: Οκτώβριος ’73), το οποίο θα αποτελέσει την πιο ώριμη δισκογραφική δουλειά της μπάντας έως τότε, με εξαιρετικές συνθέσεις, σε ένα ‘criticize the English way of living’’ mood, με άρτια παραγωγή, πανέμορφο artwork και με τεράστιο Ευρωπαϊκό tour καταξίωσης και καθολικής αναγνώρισης. ‘Το αγαπημένο μου άλμπουμ’’ θα πει ο Hackett, ενώ όλοι είναι περήφανοι για το αποτέλεσμα.


Οι συνθετικές ιδέες συνεχίζουν και είναι άπειρες, η έμπνευση πελώρια και η μπάντα αποφασίζει να κάνει ένα διπλό concept άλμπουμ. Αποσύρεται στο Headley Grange, ένα διώροφο αγροτόσπιτο στην Βρετανική εξοχή, τιμημένος τόπος ηχογράφησης των Led Zeppelin και των Bad Company. ‘Το μέρος είναι στοιχειωμένο’’ (Hackett, μετά από εκμυστήρευση του ίδιου του Jimmy Page) και ο μύθος θέλει να ‘εμπνέει την μπάντα’’ (Gabriel). Παράλληλα, όλοι κοινωνούν στα προσωπικά τους δρώμενα, καθώς οι Philips και Hackett χωρίζουν από τις συντρόφους τους, οι BanksRutherford είναι ανυπόμονοι για νέο υλικό και Live, αδιαφορώντας για οτιδήποτε γύρω τους και ο Gabriel γίνεται πατέρας παιδιού με σοβαρά προβλήματα υγείας. Η μπάντα διαχωρίζεται και ενώ οι 4 (Banks, Rutherford, Philips, Hackett) προβάρουν ασταμάτητα, συνθέτοντας τη μουσική σε ξεχωριστό δωμάτιο, ο Gabriel περνάει ώρες απομόνωσης στο σαλόνι, γράφοντας ατελείωτους στίχους για το concept του άλμπουμ. Οι ενστάσεις του Banks για τη θεματολογία του concept είναι έντονες, αλλά ο Gabriel είναι ανένδοτος. Συνάμα, η ολοένα αυξανόμενη προσοχή των ΜΜΕ και του κοινού, για τα αυτοσχέδια κουστούμια του Gabriel, τα φαντασιώδη make-ups και το εκκεντρικό του stage performance, έχει ενοχλήσει αρκετά τα υπόλοιπα μέλη, που νιώθουν τον Gabriel να καρπώνεται ολοκληρωτικά την επιτυχία της μπάντας. Οι πρώτες νότες κρίσης είναι φανερές. 


Η τραυματική και βίαια μεταβατική αυτή περίοδος, θα δώσει πνοή στο THE LAMB LIES DOWN ON BROADWAY (release: Νοέμβριος ’74), ένα δίσκο διαμάντι, ένα μνημειώδες μουσικό δοκίμιο με τρομακτικά ώριμες συνθέσεις και μια μπάντα που όχι απλά είναι στο συνθετικό της ζενίθ, αλλά που άξια κατακτά μια θέση, δίπλα στα ιερά τέρατα της Progressive και της μουσικής ιστορίας, γενικότερα. Η παραγωγή του άλμπουμ είναι στα υψηλότερα δυνατά στάνταρ, τα live που ακολουθούν, προσφέρουν ζωντανές υπερπαραγωγές με λέιζερ και οθόνες βίντεο, ενώ όλα τα μέλη παραδέχονται ανοιχτά, την ανωτερότητα του δισκογραφήματος, σε σχέση με οτιδήποτε άλλο μέχρι τότε. Όμως, οι μήνες που ακολουθούν, πιστοποιούν τη ζημιογόνο περίοδο που προηγήθηκε και η μπάντα έρχεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας της. Ο Gabriel ανακοινώνει την αποχώρησή του, απόφαση που ξαφνιάζει τους υπόλοιπους, χωρίς όμως να τους σοκάρει, αφού είχαν ήδη κατανοήσει την δυσκολία της κατάστασης. Η ‘αδυναμία κατανόησης της προσωπικής κόλασης που περνούσε ο Gabriel’’ (Banks, Rutherford, Philips, Hackett) επιφέρει την ρήξη. 


Οι GENESIS θα συνεχίσουν με τα φαντασμαγορικά Trick of the Tail (1976) και Wind and Wuthering (1976), αλλά ποτέ δεν θα είναι ίδιοι. Σύντομα θα απευθυνθούν σε διαφορετικό ακροαματικό κοινό και θα μεγαλουργήσουν σε άλλα μονοπάτια.


Έχουν προλάβει όμως, σε κάθε περίπτωση, να καινοτομήσουν και να συνθέσουν μια ανεπανάληπτη μουσική γκραβούρα. Από το ανατέλλον Looking for Someone’’ και το in-your-face ‘The Knife’’ (TRESPASS), στο παραμυθένιοThe Musical Box’’ και το ωμόThe Return Of The Giant Hogweed’’ (NURSERY CRYME). Από το μνημειώδεςWatcher of the Skies’’ και το μαγικό Supper’s Ready’’ (FOXTROT), στο επικόDancing With the Moonlit Knight’’ και το συμφωνικόFirth of Fifth’’ (SELLING ENGLAND BY THE POUND). Προσθέτεις την ονειρική ολότητα του THE LAMB LIES DOWN ON BROADWAY και αφήνεις μια παρακαταθήκη, που θα ζήλευε κάθε μουσικός του πλανήτη αυτού. Η αιώνια απορία του ‘τι μπορούσαν ακόμη να έχουν δώσει εάν ο Gabriel έμενε’’ φαντάζει ρομαντική και ανυπόμονη, σχεδόν ασεβής προς την ιστορία. Θα ενθυμούνται ως ό,τι πιο θεατρικό υπήρξε ποτέ στη συμφωνική ιδιοσυγκρασία του Progressive Rock και θα απολαμβάνουν εσαεί την μουσική διήγηση του ‘ανεξερεύνητου όμορφου’’.    

Δημ. Σ. (Forneria Soccorso)